logo


Όταν στο Τοπικό Συμβούλιο της Άνοιξης, πριν από λίγες ημέρες (8/5), παρουσιάστηκε η κυκλοφοριακή μελέτη για το κέντρο της περιοχής, ο μελετητής αναφέρθηκε στο ενδεχόμενο εφαρμογής συστήματος ελεγχόμενης στάθμευσης, όπως κάνουν ήδη πολλοί Δήμοι της Αττικής.

Ποια μορφή μπορεί να έχει αυτό το σύστημα, παρουσιάζει αναλυτικό άρθρο στον αυτοδιοικητικό ιστότοπο myota.gr, στο οποίο αναλύονται τα δυο διαφορετικά μοντέλα υλοποίησης:

Τα τελευταία χρόνια, οι Δήμοι στην Ελλάδα προχωρούν ολοένα και περισσότερο στην υλοποίηση συστημάτων ελεγχόμενης στάθμευσης μέσω δύο βασικών μοντέλων.

Το πρώτο αφορά τους κλασικούς διαγωνισμούς προμήθειας στο πλαίσιο έργων ψηφιακού μετασχηματισμού, όπου ο Δήμος προμηθεύεται λογισμικό, εξοπλισμό και ψηφιακές υποδομές.
Το δεύτερο αφορά το μοντέλο ολοκληρωμένης διαχείρισης, όπου ο ανάδοχος αναλαμβάνει το σύνολο της επένδυσης και της λειτουργίας του συστήματος και αμείβεται μέσω ποσοστού επί των πραγματικών εισπράξεων των τελών στάθμευσης.

Τα δύο μοντέλα έχουν διαφορετική φιλοσοφία, διαφορετική κατανομή ευθυνών και διαφορετικά χαρακτηριστικά ως προς τη λειτουργία και τη βιωσιμότητα του συστήματος.

1. Μοντέλο προμήθειας μέσω έργων ψηφιακού μετασχηματισμού

Στο μοντέλο αυτό, ο Δήμος προχωρά κυρίως σε προμήθεια:

  • λογισμικού,
  • εφαρμογών πληρωμής,
  • αισθητήρων ή εξοπλισμού πεδίου,
  • tablets,
  • GIS,
  • καμερών ή άλλων ψηφιακών υποδομών.

Η χρηματοδότηση συνήθως προέρχεται από εθνικά ή ευρωπαϊκά προγράμματα.

Μετά την ολοκλήρωση της προμήθειας, ο Δήμος αναλαμβάνει:

  • τη λειτουργία του συστήματος,
  • την αστυνόμευση,
  • τη συντήρηση,
  • τις αναβαθμίσεις,
  • την επιχειρησιακή διαχείριση,
  • και τη συνολική απόδοση της υπηρεσίας.

Το πλεονέκτημα του μοντέλου είναι ότι ο Δήμος αποκτά την κυριότητα των συστημάτων και μπορεί να διαμορφώνει εσωτερικά τη λειτουργία τους.

Ωστόσο, η επιτυχία του εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από:

  • τη στελέχωση των υπηρεσιών,
  • τη διαθεσιμότητα τεχνικής υποστήριξης,
  • τη δυνατότητα συντήρησης,
  • και τη συνεχή επιχειρησιακή παρακολούθηση.

Σε αρκετές περιπτώσεις, η υλοποίηση περιορίζεται κυρίως στην εγκατάσταση τεχνολογικού εξοπλισμού, χωρίς να συνοδεύεται απαραίτητα από ολοκληρωμένη επιχειρησιακή λειτουργία.

2. Μοντέλο ολοκληρωμένης διαχείρισης με ποσοστό επί των εισπράξεων

Στο δεύτερο μοντέλο, ο ανάδοχος αναλαμβάνει:

  • την ανάπτυξη και λειτουργία της πλατφόρμας,
  • τον εξοπλισμό,
  • τις εφαρμογές,
  • τις υποδομές cloud,
  • τη συντήρηση,
  • τις αναβαθμίσεις,
  • και συχνά μέρος της καθημερινής επιχειρησιακής υποστήριξης.

Ο Δήμος δεν επιβαρύνεται με αρχικό επενδυτικό κόστος, ενώ η αμοιβή του αναδόχου συνδέεται άμεσα με τις πραγματικές εισπράξεις του συστήματος.

Σε αυτό το μοντέλο, ο ανάδοχος έχει ισχυρό κίνητρο:

  • να διασφαλίζει την καλή λειτουργία του συστήματος,
  • να βελτιώνει την εμπειρία του πολίτη,
  • να αυξάνει τη συμμόρφωση,
  • και να διατηρεί υψηλή διαθεσιμότητα των υπηρεσιών.

Παράλληλα, σημαντικό μέρος του τεχνολογικού και λειτουργικού ρίσκου μεταφέρεται στον ανάδοχο.

Από την άλλη πλευρά, το μοντέλο απαιτεί:

  • σαφείς συμβατικούς όρους,
  • ισχυρούς μηχανισμούς ελέγχου,
  • διαφάνεια στα οικονομικά δεδομένα,
  • και προσεκτική παρακολούθηση της απόδοσης της σύμβασης από τον Δήμο.

Η βασική διαφορά μεταξύ των δύο προσεγγίσεων είναι ότι στο πρώτο μοντέλο ο Δήμος αποκτά κυρίως τεχνολογική υποδομή, ενώ στο δεύτερο αποκτά ολοκληρωμένη υπηρεσία με συνεχή λειτουργική υποστήριξη.

Το μοντέλο προμήθειας εστιάζει περισσότερο στην εγκατάσταση συστημάτων και εξοπλισμού. Αντίθετα, το μοντέλο ολοκληρωμένης διαχείρισης συνδέει την αμοιβή του αναδόχου με τη συνεχή λειτουργία, την απόδοση και την πραγματική αποτελεσματικότητα του συστήματος.

Δεν υπάρχει ένα ενιαίο μοντέλο που να ταιριάζει σε όλους τους Δήμους. Η επιλογή εξαρτάται από:

  • τις οικονομικές δυνατότητες,
  • τη στελέχωση των υπηρεσιών,
  • τη δυνατότητα τεχνικής υποστήριξης,
  • το μέγεθος του έργου,
  • και το επίπεδο επιχειρησιακής ετοιμότητας.

Στην πράξη, η επιτυχία οποιουδήποτε μοντέλου δεν εξαρτάται μόνο από την τεχνολογία, αλλά κυρίως από τη σωστή λειτουργία, τη συνεχή παρακολούθηση και την ικανότητα του συστήματος να παράγει πραγματικό αποτέλεσμα για την πόλη και τους πολίτες.